Σείομαι, Κύριε, καίγομαι!
Πνίγομαι, μαστιγώνομαι απ’το χαλάζι…
χάνω τα παιδιά μου…
σκοτώνω τα παιδιά μου…
καταδικάζω τα παιδιά μου…
αιμορραγώ…νοσώ…πεινάω…κρυώνω…
φοβάμαι…απελπίζομαι…θυμώνω…
εγκληματώ….ψεύδομαι…κλέπτω…
εξαπατώ…εκμεταλλεύομαι…αυτοκτονώ!!!
Απειλούμαι,
ω, πανταχόθεν απειλούμαι!
Μα δεν ξυπνώ, όχι δεν ξυπνώ,
αρνούμαι να εγερθώ από τον ύπνο του αδίκου
που ονειρεύεται πως έχει δικαίωμα να πατά επί πτωμάτων και ψυχών,
επί ιερών και οσίων
μόνο και μόνο για να σκαρφαλώσει
στη σαθρή του ανεμόσκαλα…
Ταλαίπωρη Ελλάδα, ταλαίπωρη Ανθρωπότητα,
πτωχευμένη ψυχή τε και σώματι!
Δε βάσταξαν τα γόνατά σου, κάμφθηκαν,
δε βάσταξαν οι πλάτες σου και λύγισαν,
δε βάσταξε κι ο υπερήφανος αυχένας σου και έσκυψε
αλλά μπροστά σε λάθος αφέντη
και από χώρα του φωτός
ίσκιος κατάντησες βλάσφημος
που τρομάζει με το ίδιο του το είδωλο
κι εκεί που έτρεξαν πόδια ηρώων μαχητών
πατάνε τώρα ξένοι ασεβείς
κι εκεί που έρευσαν αίματα μαρτύρων
χορεύουν τώρα επίβουλοι.
Εμείς λείπουμε, κανείς στις επάλξεις,
μόνο κάτι λιγοστές ψυχές
που σφάζονται ολημερίς απ΄την οδύνη
μα δεν ξεχνούν τον Φωτοδότη
και ικετεύουνε νυχθημερόν
μη μας αφήσει στα μεσάνυχτα,
κάποτε να ξημερώσει!